Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Ὁ Γιάννης Ρίτσος

Κορυφαῖος Ἕλληνας ποιητής. Γεννήθηκε στὴ Μονεμβάσια τὴν Πρωτομαγιὰ τοῦ 1909 καὶ πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1990. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ ποιητικὲς συλλογὲς καὶ συνθέσεις, ἐννέα πεζογραφήματα (μυθιστορήματα τὰ ὀνομάζει), τέσσερα θεατρικά, ὅπως καὶ μελέτες γιὰ ὁμοτέχνους συγκροτοῦν τὸ κύριο σῶμα τοῦ ἔργου του. Πολυάριθμες μεταφράσεις, χρονογραφήματα καὶ ἄλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ δημιουργοῦ.
Ὁ πατέρας του ἦταν κτηματίας, ἀλλὰ ἔχασε τὴν περιουσία του καὶ πολὺ νωρὶς ὁ ποιητὴς δυστύχησε οἰκονομικά.
Γρήγορα τὸ ἐνδιαφέρον του στράφηκε στὴν ποίηση καὶ στὰ μεγάλα κοινωνικοπολιτικὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς του. Οἱ νέες ἰδέες του ἦσαν μαρξιστικές. Αὐτὲς οἱ ἰδέες στάθηκαν ἀφορμὴ γιὰ περιπέτειες. Φυλακίστηκε, ἐξορίστηκε καὶ ἐκτοπίστηκε πολλὲς φορές. Τόποι ἐξορίας του ὑπῆρξαν ἡ Μακρόνησος καὶ ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος παλιά, ἡ Γυάρος, ἡ Λέρος καὶ ἡ Σύρος στὴν ἑπταετία τῆς χούντας. Ἡ ζωὴ τοῦ ποιητῆ ὑπῆρξε ταραγμένη καὶ περιπετειώδης. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀσθένειες καὶ πολιτικὲς διώξεις. Σίγουρα ὅλη αὐτὴ ἡ ἔνταση, ἐπηρέασε τὴν ποίησή του.
Τὸ 1921 ἄρχισε νὰ συνεργάζεται μὲ τὴ «Διάπλαση τῶν Παίδων». Πολλὰ ἀπὸ τὰ νεανικά του ποιήματα δημοσιεύτηκαν στὸ φιλολογικὸ παράρτημα τῆς «Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας» τοῦ Πυρσοῦ.
Γιὰ νὰ ἀνταπεξέλθει στὶς βιοτικὲς ἀνάγκες ἐργάσθηκε ὡς χορευτὴς σὲ ἐπιθεωρησιακὸ μπαλέτο (1930) ἀφοῦ φοίτησε στὴ σχολὴ Μοριάνοφ. Ἐπίσης, ὁ Ρίτσος ἀσχολήθηκε ἐρασιτεχνικὰ μὲ τὴ ζωγραφικὴ καὶ τὴ μουσική.
Τὸ 1934 ἐκδόθηκε ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογή του μὲ τίτλο «Τρακτέρ», ἐνῶ ἄρχισε καὶ τὴ συνεργασία του μὲ τὸ «Ριζοσπάστη», μὲ τὰ «Γράμματα γιὰ τὸ Μέτωπο». Τὸ 1935 κυκλοφοροῦν οἱ «Πυραμίδες», τὸ 1936 ὁ «Ἐπιτάφιος» καὶ τὸ 1937 «Τὸ τραγούδι τῆς ἀδελφῆς μου». Ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἐθνικὴ Ἀντίσταση, ἐνῶ κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 1948-1952 ἐξορίστηκε σὲ διάφορα νησιά. Τὸ 1956 τιμήθηκε μὲ τὸ Α´ Κρατικὸ Βραβεῖο Ποίησης γιὰ τὴ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος».
Τὸ 1968 προτάθηκε γιὰ τὸ βραβεῖο Νόμπελ ἀπὸ 75 Γάλλους ἀκαδημαϊκούς, συγγραφεῖς καὶ νομπελίστες, τὸ 1975 ἀναγορεύτηκε ἐπίτιμος διδάκτορας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ τὸ 1987 τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Διακρίθηκε ὅμως καὶ μὲ πολλὰ ξένα βραβεῖα. «Μέγα διεθνὲς βραβεῖο ποίησης» (Βέλγιο, 1972), διεθνὲς βραβεῖο «Γκεόργκι Δημητρώφ». (Βουλγαρία, 1975), μέγα βραβεῖο ποίησης «Ἀλφρὲ ντὲ Βινύ» (Γαλλία, 1975), διεθνὲς βραβεῖο «Αἴτνα-Ταορμίνα» (Ἰταλία, 1976), «βραβεῖο Λένιν για τὴν εἰρήνη» (ΕΣΣΔ, 1977), διεθνὲς βραβεῖο «Μποντέλο» (1978).
Ποιὸς εἶναι λοιπὸν ὁ Ρίτσος; Ὁ βάρδος τῶν λαϊκῶν ἀγώνων ἢ ὁ μοναχικὸς σκεπτικιστής, ὁ «ἀπαρηγόρητος παρηγορητὴς τοῦ κόσμου»; Ὁ αἰσθησιακὸς ποὺ ρουφάει μὲ ὅλους τοὺς πόρους του τοὺς χυμοὺς τῆς ζωῆς, αὐτὸς ποὺ κλείνει μέσα στ᾿ ἀνθρώπινο σῶμα τὸν φυσικὸ κόσμο καί, ἀντίστροφα, μεταμορφώνει τὸ σύμπαν σε παλλόμενη σάρκα; Ὁ ἐρωτικός, ποὺ σκιρτᾶ σ᾿ ὅλα τὰ ἀγγίγματα τῶν σωμάτων καὶ τῶν ἀγαλμάτων, ἢ ὁ ἀσκητὴς ποὺ «ἀπωθεῖ» καὶ «θεώνεται»; Ἢ μήπως ὁ φύσει ὑπαρξιακὸς ποὺ ἐκθέτει τὴν ἀγωνία του στὸν ψιθυριστὸ διάλογό του μὲ τὸ χρόνο καὶ τὸ θάνατο; Ὁ «διχασμένος καὶ
διπλός», μᾶς λέει ὁ ἴδιος, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν ὑπερβατικὸ λόγο τῆς ποίησης.
Ὁ Γιάννης Ρίτσος πέθανε στὶς 11 Νοεμβρίου 1990, ἀφήνοντας 50 ἀνέκδοτες συλλογὲς ποιημάτων. Μὲ τὸ ἔργο του εἰσῆλθε σ᾿ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, ἄντλησε ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ χρόνου καὶ τὸ πλάτος τοῦ κοινωνικοῦ χώρου. Ἐκμεταλλεύθηκε δυναμικὰ τὸν ἀστείρευτο πλοῦτο τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας. Συμφιλίωσε τοὺς ἀγῶνες γιὰ τὰ καίρια προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βίωση τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀναζήτηση τοῦ νοήματος τῆς ὕπαρξης. Στὶς μείζονες συνθέσεις καὶ στὰ μικρὰ ποιήματα, ὅπως καὶ στὰ δοκίμιά του, ἀνέδειξε μία σύγχρονη εὐαισθησία, προσαρμόζοντας τὴ φωνή του στοὺς χαμηλοὺς τόνους τῆς βαθιᾶς ἐπικοινωνίας καὶ τῆς ἐξομολογητικότητας.
Οἱ συλλογὲς ποὺ ἐκδόθηκαν ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του μὲ τὸν τίτλο Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα εἶναι ἡ ὕστατη χειρονομία του. Προδομένος ἀπὸ τὸ ὅραμά του, κοιτάζει κατάματα τὸ θάνατο μεταγγίζοντας καὶ τὶς τελευταῖες στιγμές του στὸ λόγο. «Γεύση βαθιὰ τοῦ τέλους προηγεῖται τοῦ ποιήματος. Ἀρχή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου